αντιστέκομαι


αντιστέκομαι
αντιστέκομαι, αντιστάθηκα βλ. πίν. 207

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιστέκομαι — και αντιστέκω αντιστάθηκα, αντιμετωπίζω, εναντιώνομαι, αμύνομαι: Ήξερε να αντιστέκεται στις πιέσεις των δυνατών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντιστέκομαι — κ. κω 1. στέκομαι απέναντι 2. προβάλλω αντίσταση, εναντιώνομαι με λόγια ή έργα …   Dictionary of Greek

  • αντιστέκομαι (андистэкомэ][/*] р. оказывать сопротивление, сопротивляться, — [андистихиа] ουσ. Θ. соответствие …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εναντιώνομαι — και εναντιούμαι ( όομαι) (AM ἐναντιοῡμαι, Μ και ἐναντιῶ και ἐναντιώνω) αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι («ὡς οὐδενός ἐναντιουμένου», Αριστοφ.) μσν. Ι. ενεργ. ἐναντιῶ και ἐναντιώνω 1. είμαι αντίθετος 2. αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι 3. αποκρούω,… …   Dictionary of Greek

  • προσαντιτείνω — Α αντιστέκομαι ακόμη πιο πολύ. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀντιτείνω «αντενεργώ, εναντιώνομαι, αντιστέκομαι»] …   Dictionary of Greek

  • αλκή — η (Α ἀλκή) η σωματική ισχύς που μετουσιώνεται σε δράση 2. ψυχική δύναμη, ανδρεία, θάρρος, ευψυχία (σε διάκριση από τη ρώμη που σημαίνει απλώς τη σωματική δύναμη νεοελλ. ακμή τών σωματικών δυνάμεων, ρώμη, ευρωστία, σφρίγος αρχ. 1. η δύναμη γενικά… …   Dictionary of Greek

  • ανθίσταμαι — (AM ἀνθίσταμαι, αρχ. κ. ενεργ. ανθίστημι) 1. προβάλλω άμυνα, αντιστέκομαι, εναντιώνομαι, παίρνω θέση μάχης εναντίον κάποιου 2. εξακολουθώ να προβάλλω αντίσταση, βαστώ αρχ. ενεργ. 1. τοποθετώ, στήνω κάτι απέναντι σε κάτι άλλο 2. παραλληλίζω,… …   Dictionary of Greek

  • αντέχω — (AM ἀντέχω, Α κ. ἀντίσχω) 1. έχω αντοχή, διατηρώ δυνάμεις 2. αντιστέκομαι, δεν υποχωρώ, βαστώ 3. διατηρώ τις ιδιότητες μου, διατηρούμαι 4. έχω την απαραίτητη στερεότητα 5. υπομένω, υποφέρω με καρτερία νεοελλ. 1. μπορώ να αντεπεξέλθω σε κάτι 2. φρ …   Dictionary of Greek

  • αντίκειμαι — (AM ἀντίκειμαι) βρίσκομαι σε αντίθεση, αντιβαίνω προς κάτι νεοελλ. (το ουδ. της μτχ. ως ουσ.) βλ. αντικείμενο*. αρχ. (ως παθ. του ἀντιτίθημι*) 1. είμαι τοποθετημένος απέναντι 2. αντιστοιχώ 3. (για τόπους) κείμαι απέναντι 4. (για πράγματα) κείμαι… …   Dictionary of Greek

  • ανταρκώ — ἀνταρκῶ ( έω) (Α) 1. είμαι αρκετά ισχυρός ώστε να αντισταθώ σε κάποιον 2. αντέχω, αντιστέκομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντ(ι) * + αρκώ «αποκρούω, αποσοβώ, αντέχω»] …   Dictionary of Greek